Μετάφραση του "warrior" σε Ελληνικά

Οι μαχητής, πολεμιστής, αγωνιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "warrior" σε Ελληνικά.

warrior noun γραμματική

A person who is actively engaged in battle, conflict or warfare; a soldier or combatant. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαχητής

    noun masculine

    person actively engaged in battle, conflict or warfare [..]

    But a foolish samurai warrior wielding a magic sword stepped forth to oppose me.

    Αλλά ένας ανόητος σαμουράι μαχητής, κρατώντας ένα μαγεμένο σπαθί, στάθηκε μπροστά μου για να με αντικρούσει.

  • πολεμιστής

    noun masculine

    person specializing in combat or warfare

    If a warrior dies with no witnesses, he's no warrior!

    Aν πεθάνει πολεμιστής χωρίς μάρτυρες, δεν είναι πολεμιστής!

  • αγωνιστής

    noun masculine

    And I was like, " Warrior?

    Και εγώ ήμουν κάπως: " Εγώ αγωνιστής;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " warrior " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Warrior

Warrior (wrestler)

+ Προσθήκη

"Warrior" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Warrior στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "warrior"

Φράσεις παρόμοιες με "warrior" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βασιλιάς-πολεμιστής · μαχόμενος βασιλιάς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "warrior" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη