Μετάφραση του "waxing" σε Ελληνικά

Το αύξουσα είναι η μετάφραση του "waxing" σε Ελληνικά.

waxing noun adjective verb γραμματική

Present participle of wax. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξουσα

    particle

    σελήνη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " waxing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "waxing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κηρήθρα
  • πλαγγόνα
  • φοίνικας ceroxylon andicolum
  • παραφίνη · σκληρή παραφίνη · στερεά παραφίνη
  • γίνομαι [+επιθ. προσδιορισμός] · εφράζομαι με [+επιθ. προσδιορισμός] · περιγράφω (με) [+επιθ. προσδιορισμός]
  • αναπολώ με νοσταλγία
  • κερωμένος · κηρωμένος
  • πλαγγόνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "waxing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη