Μετάφραση του "waxy" σε Ελληνικά
Οι κέρινος, κηρώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "waxy" σε Ελληνικά.
waxy
adjective
γραμματική
Resembling wax in texture or appearance. [..]
-
κέρινος
adjective masculine -
κηρώδης
Both the dried seed and the pod at the waxy stage show excellent firmness.
Πράγματι, τόσο τα ξηρά σπέρματα όσο και οι λοβοί σε κηρώδη κατάσταση έχουν εξαιρετική σύσταση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " waxy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη