Μετάφραση του "webography" σε Ελληνικά

Οι διαδικτυογραφία, δικτυογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "webography" σε Ελληνικά.

webography noun γραμματική

A bibliography published on the Internet [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαδικτυογραφία

    feminine

    a similar listing of websites [..]

  • δικτυογραφία

    feminine

    a similar listing of websites [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " webography " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "webography" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη