Μετάφραση του "whack" σε Ελληνικά
Οι χτύπημα, χαστούκι, βαράω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whack" σε Ελληνικά.
whack
adjective
verb
noun
γραμματική
A blow, impact or slap. [..]
-
χτύπημα
noun neuterA whack on the head can make a man strange for the rest of his days.
'Ενα χτύπημα στο κεφάλι μπορείνα σε χαζέψει για την υπόλοιπη ζωή σου.
-
χαστούκι
noun -
βαράω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κτυπώ
- χαστουκίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " whack " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "whack" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξυλοδαρμός · ξυλοκόπημα · ξυλοφόρτωμα · ξύλο · πελώριος
-
ζαβλακωμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη