Μετάφραση του "whacking" σε Ελληνικά

Οι ξύλο, πελώριος, ξυλοδαρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whacking" σε Ελληνικά.

whacking adjective noun verb adverb γραμματική

Present participle of whack. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξύλο

    noun

    βιαιοπραγία

    I think there was one point where I literally wanted to whack him.

    Νομίζω πως υπήρχαν στιγμές που κυριολεκτικά ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο.

  • πελώριος

    adjective
  • ξυλοδαρμός

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξυλοκόπημα
    • ξυλοφόρτωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " whacking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "whacking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βαράω · κτυπώ · χαστουκίζω · χαστούκι · χτύπημα
  • ζαβλακωμένος
  • βαράω · κτυπώ · χαστουκίζω · χαστούκι · χτύπημα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "whacking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη