Μετάφραση του "wheal" σε Ελληνικά
Οι ευτυχία, ευημερία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wheal" σε Ελληνικά.
wheal
noun
γραμματική
A small raised swelling on the skin, often itchy, caused by a blow from a whip or an insect bite etc. [..]
-
ευτυχία
noun -
ευημερία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wheal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wheal"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη