Μετάφραση του "wheat" σε Ελληνικά

Οι σιτάρι, στάρι, σίτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wheat" σε Ελληνικά.

wheat adjective noun γραμματική

(countable) any of several cereal grains, of the genus Triticum , that yields flour as used in bakery. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σιτάρι

    noun neuter

    grain [..]

    They shall ensure that wheat treated with sintofen does not enter the food and feed chain.

    Εξασφαλίζουν ότι το σιτάρι που έχει υποστεί επεξεργασία με sintofen δεν εισέρχεται στην αλυσίδα τροφίμων και ζωοτροφών.

  • στάρι

    noun

    It was just lunch, and you know she doesn't eat wheat.

    Απλά για γεύμα πήγαμε. Και ξέρεις ότι δεν τρώει στάρι.

  • σίτος

    as energy components: wheat, barley, rye and triticale middlings.

    ως ενεργειακά στοιχεία: αλεσμένα σιτηρά — σίτος, κριθή, σίκαλη και τριτικάλ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σιτάλευρο
    • το σιτάρι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wheat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wheat"

Φράσεις παρόμοιες με "wheat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σιτάρι · στάρι
  • σκληρό σιτάρι
  • σιταρένιος · σταρένιος
  • μπλιγούρι · πλιγούρι
  • διαχωρίζω την ήρα από το στάρι · ξεχωρίζω την ήρα από το σιτάρι · χωρίζω τα πρόβατα από τα ερίφια · χωρίζω τους αμνούς από τα ερίφια
  • σκληρό σιτάρι
  • σιταρένιος
  • σιτάλευρο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wheat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη