Μετάφραση του "wheeze" σε Ελληνικά
Οι ασθμαίνω, λαχανιάζω, A clever trick, scheme, or plan. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wheeze" σε Ελληνικά.
wheeze
verb
noun
γραμματική
A piping or whistling sound caused by difficult respiration. [..]
-
ασθμαίνω
Verb verbThe cold air makes me wheeze.
Ο κρύος αέρας με κάνει να ασθμαίνω!
-
λαχανιάζω
verb -
A clever trick, scheme, or plan.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Συριγμος, σφύριγμα της αναπνοής.
- συριγμός αναπνοής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wheeze " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη