Μετάφραση του "whelp" σε Ελληνικά

Οι κουτάβι, σκύμνος, γεννώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whelp" σε Ελληνικά.

whelp verb noun γραμματική

the young of a mammal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουτάβι

    noun neuter

    There was one insolent whelp who stirred up rumors of assassination.

    Υπάρχει ένα αυθάδες κουτάβι που διέδωσε τις φήμες για την δολοφονία.

  • σκύμνος

    masculine

    young of a mammal

  • γεννώ

    verb

    (animals) to give birth

  • σκυλάκι

    noun neuter

    Oh, yes, by all means, let's give Dahlia's whelp access to all the information she needs to destroy us.

    Ναι, φυσικά, να δώσουμε πρόσβαση στο σκυλάκι τής Ντάλια... σε όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται για να μας καταστρέψει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " whelp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "whelp"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "whelp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη