Μετάφραση του "whet" σε Ελληνικά

Οι οξύνω, ακονίζω, ακονιζω (μεταφορικα) ... οξυνω, ερεθιζω (κυριολεκτικα) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whet" σε Ελληνικά.

whet verb noun γραμματική

(transitive) To hone or rub on with some substance, as a piece of stone, for the purpose of sharpening. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξύνω

    verb
  • ακονίζω

    verb
  • ακονιζω (μεταφορικα) ... οξυνω, ερεθιζω (κυριολεκτικα)

  • ερεθίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " whet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "whet"

Φράσεις παρόμοιες με "whet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "whet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη