Μετάφραση του "whiffle" σε Ελληνικά
Το φυσώ είναι η μετάφραση του "whiffle" σε Ελληνικά.
whiffle
verb
noun
γραμματική
A short blow or gust [..]
-
φυσώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " whiffle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη