Μετάφραση του "while" σε Ελληνικά

Οι ενώ, ενόσω, χρόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "while" σε Ελληνικά.

while verb conjunction noun γραμματική

A certain duration of time, a period of time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενώ

    conjunction

    during the same time that [..]

    A smile may bring death, while a frowning, life.

    Ένα χαμόγελο μπορεί να σημαίνει θάνατο, ενώ ένας μορφασμός μπορεί να σημαίνει ζωή.

  • ενόσω

    conjunction

    during the same time that

    Every move that his excellency will be making while in this country is shown here.

    Οτιδήποτε θα κάνει η εξοχότητά του, ενόσω θα βρίσκεται σε αυτή τη χώρα, φαίνεται εδώ.

  • χρόνος

    noun masculine

    uncertain duration of time, a period of time

    Well, obviously, but I think it's gonna take a little while.

    Έτσι λέω, αλλά θα μου πάρει λίγο χρόνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μολονότι
    • καθώς
    • καίτοι
    • διάστημα
    • αν και
    • όταν
    • περνώ
    • εφόσον
    • σαν
    • παράλληλα
    • καθ' ον χρόνον
    • την ώρα που
    • χρονικό διάστημα
    • όση ώρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " while " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "while" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "while" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη