Μετάφραση του "whiten" σε Ελληνικά
Οι λευκαίνω, ασπρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whiten" σε Ελληνικά.
whiten
verb
γραμματική
(transitive) To make white or whiter; to bleach or blanch. [..]
-
λευκαίνω
verbto become white or whiter; to bleach or blanch [..]
A little almond paste to whiten the skin.
Λίγη κρέμα αμυγδάλου για να λευκαίνει το δέρμα.
-
ασπρίζω
verbto become white or whiter; to bleach or blanch [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " whiten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη