Μετάφραση του "wicker" σε Ελληνικά
Οι ψάθα, λυγαριά, ξύλο λυγαριάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wicker" σε Ελληνικά.
wicker
adjective
noun
γραμματική
A flexible branch or twig of a plant such as willow, used in weaving baskets and furniture [..]
-
ψάθα
feminineflexible branch or twig
I'm thinking a lot of wicker and a microwave the size of a VW bug.
Νομίζω μια ψάθα και ένας τεράστιος φούρνος μικροκυμάτων.
-
λυγαριά
nounIn the middle of the logo is a wicker beehive.
Στο κέντρο του λογότυπου βρίσκεται μια κυψέλη από λυγαριά.
-
ξύλο λυγαριάς
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wicker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wicker"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη