Μετάφραση του "widen" σε Ελληνικά

Οι διευρύνω, πλαταίνω, διευρύνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "widen" σε Ελληνικά.

widen verb γραμματική

(intransitive) To become wide or wider. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διευρύνω

    verb

    The Strategy widens this approach to tackle priorities in an integrated way.

    Η προτεινόμενη στρατηγική διευρύνει την προσέγγιση αυτή ώστε να αντιμετωπιστούν οι προτεραιότητες με τρόπο ολοκληρωμένο.

  • πλαταίνω

    verb

    By means of their instruction, example, and help, I learned to widen out in my love for people of other nations and races.

    Με τη διδασκαλία τους, το παράδειγμά τους και τη βοήθειά τους, έμαθα να πλαταίνω την αγάπη μου για ανθρώπους από άλλες εθνικότητες και φυλές.

  • διευρύνομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φαρδαίνω
    • πλατύνω
    • ανοίγω
    • διαπλατύνω
    • διευρύνω, φαρδαίνω
    • επεκτείνω, -ομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " widen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Widen
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

Φράσεις παρόμοιες με "widen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διευρύνω · πλαταίνω
  • διεύρυνση
  • διευρύνω · πλαταίνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "widen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη