Μετάφραση του "widening" σε Ελληνικά
Το διεύρυνση είναι η μετάφραση του "widening" σε Ελληνικά.
widening
adjective
noun
verb
γραμματική
Of things that are growing wider. [..]
-
διεύρυνση
nounHowever this has not been sufficient to prevent a widening of fiscal deficits.
Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν ήταν επαρκή για να αποτρέψουν τη διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " widening " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "widening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διευρύνω · πλαταίνω
-
ανοίγω · διαπλατύνω · διευρύνομαι · διευρύνω · διευρύνω, φαρδαίνω · επεκτείνω, -ομαι · πλαταίνω · πλατύνω · φαρδαίνω
-
φαρδαίνω
-
διευρύνω · πλαταίνω
-
ανοίγω · διαπλατύνω · διευρύνομαι · διευρύνω · διευρύνω, φαρδαίνω · επεκτείνω, -ομαι · πλαταίνω · πλατύνω · φαρδαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη