Μετάφραση του "wigging" σε Ελληνικά

Οι επίπληξη, επιτίμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wigging" σε Ελληνικά.

wigging noun verb γραμματική

(uncountable) The action of the verb to wig . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίπληξη

    noun feminine

    Old Betteridge gave me the worst wigging I ever had.

    Ο γερο-Μπέντριτζ μου έδωσε τη χειρότερη επίπληξη που πήρα ποτέ.

  • επιτίμηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wigging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wigging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μεγάλα αφεντικά · μεγάλα κεφάλια
  • wig
    μαλώνω · περούκα · φενάκη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wigging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη