Μετάφραση του "wigging" σε Ελληνικά
Οι επίπληξη, επιτίμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wigging" σε Ελληνικά.
wigging
noun
verb
γραμματική
(uncountable) The action of the verb to wig . [..]
-
επίπληξη
noun feminineOld Betteridge gave me the worst wigging I ever had.
Ο γερο-Μπέντριτζ μου έδωσε τη χειρότερη επίπληξη που πήρα ποτέ.
-
επιτίμηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wigging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη