Μετάφραση του "wight" σε Ελληνικά
Οι άτομο, πλάσμα, ον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wight" σε Ελληνικά.
wight
noun
adjective
γραμματική
(archaic) A living creature, especially a human being. [..]
-
άτομο
noun neuter -
πλάσμα
noun neuter -
ον
noun neuter -
πρόσωπο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wight " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wight
proper
noun
The Isle of Wight [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Wight" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wight στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "wight" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γουάιτ Μπάγκος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη