Μετάφραση του "winded" σε Ελληνικά
Το λαχανιάζοντας είναι η μετάφραση του "winded" σε Ελληνικά.
winded
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of wind. (To cause a person to lose their breath) [..]
-
λαχανιάζοντας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " winded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "winded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κόντρα στον άνεμο
-
θυελλώδης άνεμος
-
όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες
-
Αληγείς άνεμοι · αληγείς · αληγείς άνεμοι
-
κόβω τον αέρα, τη φόρα, σε κπ
-
Άνεμος, αέρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη