Μετάφραση του "winded" σε Ελληνικά

Το λαχανιάζοντας είναι η μετάφραση του "winded" σε Ελληνικά.

winded adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of wind. (To cause a person to lose their breath) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαχανιάζοντας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " winded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "winded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "winded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη