Μετάφραση του "winning" σε Ελληνικά

Οι νίκη, ελκυστικός, νικηφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "winning" σε Ελληνικά.

winning adjective noun verb γραμματική

Present participle of win. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νίκη

    noun feminine

    Well, you can't win if your plane doesn't pass the final inspection.

    Δεν μπορείς να νικήσεις, αν το σκάφος σου δεν περάσει τον τελικό έλεγχο.

  • ελκυστικός

    adjective masculine
  • νικηφόρος

    adjective

    We believe that the Greek people will win their fight.

    Πιστεύουμε ότι η πορεία των αγώνων του ελληνικού λαού θα είναι νικηφόρα.

  • κατάχτηση ''ж. р.''

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " winning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "winning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "winning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη