Μετάφραση του "witching" σε Ελληνικά
Οι μαγικός, θελκτικός, μαγεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "witching" σε Ελληνικά.
witching
noun
verb
γραμματική
Present participle of witch. [..]
-
μαγικός
adjectiveShe said they were called witch's stones because when you look through it, you can see a ghost.
Είπε ότι είναι μαγική, γιατί αν κοιτάξεις από την τρύπα, θα δεις ένα φάντασμα.
-
θελκτικός
-
μαγεία
noun feminineLike her mother, she's also suspected of being a witch.
Την υποψιαζόμαστε, όπως και τη μητέρα της, για άσκηση μαγείας.
-
μαγευτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " witching " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "witching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πτελέα η λεία
-
Κυνήγι μαγισσών
-
άγρια μεσάνυχτα, νυχτιάτικα
-
μπαμπόγρια
-
γοητεύω · γόησσα · μάγισσα · μάγος · μαγεύω · στρίγγλα · στρίγγλα, μάγισσα
-
ιστορίες για αγρίους
-
κυνήγι μαγισσών
-
γοητεύω · γόησσα · μάγισσα · μάγος · μαγεύω · στρίγγλα · στρίγγλα, μάγισσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη