Μετάφραση του "workhouse" σε Ελληνικά
Οι πτωχοκομείο, φτωχοκομείο, επαρχιακή φυλακή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "workhouse" σε Ελληνικά.
workhouse
noun
γραμματική
(UK) formerly, an institution for the poor homeless, funded by the local parish where the able-bodied were required to work [..]
-
πτωχοκομείο
nounWe have separated the children's infirmary from the rest of the workhouse, er, a kind of cordon sanitaire.
Διαχωρίσαμε το αναρρωτήριο των παιδιών από το υπόλοιπο πτωχοκομείο σαν ένα είδος αποκλεισμένου σανατορίου.
-
φτωχοκομείο
nounIt broke his heart when you had to go to the workhouse.
Πληγώθηκε όταν αναγκάστηκε να σε στείλει στο φτωχοκομείο.
-
επαρχιακή φυλακή
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " workhouse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη