Μετάφραση του "working" σε Ελληνικά

Οι εργαζόμενος, κουλτούρα, αγώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "working" σε Ελληνικά.

working adjective noun verb γραμματική

Present participle of work. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργαζόμενος

    noun masculine

    In both those cases, the employee had a fixed working base which could provide an objective criterion.

    Στις δυο αυτές τελευταίες αποφάσεις, ο εργαζόμενος είχε μια συγκεκριμένη βάση εργασίας που μπορούσε να αποτελέσει αντικειμενικό κριτήριο.

  • κουλτούρα

    noun feminine

    After initial reluctance, young Serbs and Albanians flocked to the MCC and started working together

    Μετά από μία μικρή διστακτικότητα, οι νέοι Σέρβοι και Αλβανοί κατέκλυσαν την Η Κινητή Κιβωτό Κουλτούρα (MCC) και άρχισαν να εργάζονται μαζί

  • αγώνας

    noun

    They have been working around the clock in the Pearl.

    Γίνεται αγώνας δρόμου με τον χρόνο στο Πέρλ.

  • πόνος

    noun masculine

    This opens up the vast world of young people’s emotions, work, education, expectations, and suffering ...

    Ανοίγεται σ ́εσάς ο ευρύς δρόμος των αισθημάτων, της εργασίας, της μόρφωσης, των επιθυμιών, του πόνου των νέων...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " working " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "working"

Φράσεις παρόμοιες με "working" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "working" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη