Μετάφραση του "world" σε Ελληνικά

Οι κόσμος, παγκόσμιος, υφήλιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "world" σε Ελληνικά.

world verb noun γραμματική

to consider or cause to be considered from a global perspective; to consider as a global whole, rather than making or focussing on national or other distinctions; cf to globalise [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόσμος

    noun masculine

    the earth [..]

    The Vatican is the smallest country in the world.

    Το Βατικανό είναι το μικρότερο κράτος στον κόσμο.

  • παγκόσμιος

    adjective

    Each year the world's population increases on average by two percent.

    Κάθε χρόνο ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται δύο τις εκατό κατά μέσο όρο.

  • υφήλιος

    noun

    As we're moving into cities, the world is also embracing a Western diet.

    Καθώς μετακινούμαστε στις πόλεις, η υφήλιος επιλέγει τη Δυτική διατροφή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Γη
    • σύμπαν
    • γη
    • ανθρωπότητα
    • πραγματικότητα
    • οικουμένη
    • οικουμενη
    • ντουνιάς
    • λαός
    • υδρόγειος
    • μακρόκοσμος
    • ανθρώπινο γένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " world " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

World proper γραμματική

Alternative form of [i]world[/i]; Earth; the Planet Earth

+ Προσθήκη

"World" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το World στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "world"

Φράσεις παρόμοιες με "world" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "world" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη