Μετάφραση του "workweek" σε Ελληνικά
Το εβδομάδα είναι η μετάφραση του "workweek" σε Ελληνικά.
workweek
noun
γραμματική
(US) The range of days of the week that are normally worked [..]
-
εβδομάδα
noun feminineAccording to one source, the first five-day workweek was adopted by a factory in New England in 1908.
Σύμφωνα με κάποια πηγή, η πρώτη πενθήμερη εβδομάδα εργασίας θεσπίστηκε από ένα εργοστάσιο στη Νέα Αγγλία το 1908.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " workweek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη