Μετάφραση του "worry" σε Ελληνικά

Οι ανησυχώ, ανησυχία, έγνοια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worry" σε Ελληνικά.

worry verb noun γραμματική

(transitive) To seize or shake by the throat, especially of a dog or wolf. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανησυχώ

    verb

    be troubled [..]

    I'm not worried about you, Tom. I'm worried about Mary.

    Δεν ανησυχώ για σένα, Τομ. Για τη Μαίρη ανησυχώ.

  • ανησυχία

    noun feminine

    strong feeling of anxiety [..]

    Your worry will be my good luck charm.

    Η ανησυχία σου θα είναι το γούρι μου.

  • έγνοια

    noun feminine

    strong feeling of anxiety [..]

    The essence of big business, gentlemen is never put one worry ahead of another.

    Η φύση των μεγάλων επιχειρήσεων κύριοι, είναι να βάζεις την κάθε έγνοια στην ώρα της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έννοια
    • στενοχωριέμαι
    • φοβάμαι
    • αγωνία
    • στενοχώρια
    • φροντίζω
    • βασανίζω
    • μπελάς
    • σκοτίζω
    • στενοχωρώ
    • μεράκι
    • απασχολώ
    • νοιάζομαι
    • σκοτούρα
    • αγχώνω
    • πονοκέφαλος
    • αναστατώνω
    • αγχώνω, αγχώνομαι
    • προβληματίζω, -ομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " worry " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "worry" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τίποτα ανησυχητικό
  • αγωνιώδης · ανήσυχος · προβληματισμένος · στενοχωρημένος
  • αναμελιά
  • κανένα πρόβλημα · παρακαλώ
  • ανησυχώ · προβληματίζομαι
  • νά'σαι καλά · νά’σαι καλά · να μη σε απασχολεί · παρακαλώ · τίποτα
  • Τρελάθηκε απ'την αγωνία.
  • ανησυχητικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "worry" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη