Μετάφραση του "worn-out" σε Ελληνικά
Οι ξεχαρβαλωμένος, φαγωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worn-out" σε Ελληνικά.
worn-out
adjective
γραμματική
Damaged due to hard or continued use or exposure until no longer useful or effective. [..]
-
ξεχαρβαλωμένος
-
φαγωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " worn-out " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "worn-out" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
-
εξαντλημένος
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη