Μετάφραση του "wounded" σε Ελληνικά
Οι πληγωμένος, τραυματίας, τραυματισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wounded" σε Ελληνικά.
wounded
noun
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of wound. [..]
-
πληγωμένος
You're not the only member of the walking wounded in this house.
Δεν είστε ο μόνος πληγωμένος σ'αυτό το σπίτι.
-
τραυματίας
noun mfYet she would kill an unarmed, wounded, kneeling opponent.
Κι όμως, θα σκότωνε έναν άοπλο, τραυματία και γονατιστό αντίπαλο.
-
τραυματισμένος
Tom wasn't seriously wounded.
Ο Τομ δεν ήταν σοβαρά τραυματισμένος.
-
λαβωμένος
masculineLose a war and a man gets mean as a wounded bull.
Έχασε τον πόλεμο και κάνει σαν λαβωμένος ταύρος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wounded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wounded"
Φράσεις παρόμοιες με "wounded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανοίγω παλιές πληγές
-
Περιτύλιξη σύρματος
-
ξύνω παλιές πληγές
-
θρέφω
-
αεροστεγώς σφραγισμένο τραύμα
-
κάκωση · λαβωματιά · λαβώνω · πλήγμα · πλήγωμα · πληγή · πληγώνω · τραυματίζω · τραυματισμός · τραύμα · ἐλικοειδής · ἐλικώδης · ὀφιοειδής
-
τσιτωμένος
-
Τραυματίας πολέμου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη