Μετάφραση του "wounding" σε Ελληνικά
Οι πληγή, τραυματισμός, τραύμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wounding" σε Ελληνικά.
wounding
noun
adjective
verb
γραμματική
The act of inflicting a wound. [..]
-
πληγή
noun feminineThis wound on your hand is not going to hurt for a long time.
Και μ'αυτή τηv πληγή στο μπράτσο, δεv θα ζήσεις πολύ εκεί έξω.
-
τραυματισμός
nounI've got some questions about the mom's wounds.
Θέλω να σε ρωτήσω για τους τραυματισμούς της μαμάς.
-
τραύμα
noun neuterThis is a wound I shall bear forever.
Αυτό είναι ένα τραύμα που θα φέρω για πάντα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wounding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wounding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανοίγω παλιές πληγές
-
Περιτύλιξη σύρματος
-
ξύνω παλιές πληγές
-
θρέφω
-
λαβωμένος · πληγωμένος · τραυματίας · τραυματισμένος
-
αεροστεγώς σφραγισμένο τραύμα
-
κάκωση · λαβωματιά · λαβώνω · πλήγμα · πλήγωμα · πληγή · πληγώνω · τραυματίζω · τραυματισμός · τραύμα · ἐλικοειδής · ἐλικώδης · ὀφιοειδής
-
τσιτωμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη