Μετάφραση του "wrinkled" σε Ελληνικά
Οι ρυτιδιασμένος, ζαρωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wrinkled" σε Ελληνικά.
wrinkled
adjective
verb
γραμματική
(of a surface) Uneven, with many furrows and prominent points, often in reference to the skin or hide of animals. [..]
-
ρυτιδιασμένος
adjectiveFather Andre, holiest of holies, aged and wise, you are the most wrinkled man in the entire country.
Πάτερ Αντρέ, Άγιε των Αγίων, μεγάλε και σοφέ είσαι ο πιο ρυτιδιασμένος άντρας σε όλη τη χώρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wrinkled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wrinkled
-
ζαρωμένος
Wrinkled
Wrinkled, short, with his mouth wide open.
Ζαρωμένος, κοντός, με το στόμα ανοιχτό.
Φράσεις παρόμοιες με "wrinkled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζαρώνω
-
Οι πατάτες αποβάλλουν διοξείδιο του άνθρακα, οπότε αν τις κρατήσετε σε σημείο με κακό αερισμό θα αρχίσουν να ζαρώνουν.
-
αζάρωτος
-
επιπλοκή · ζάρα · ζαρωματιά · ζαρώνω · πτυχή · ρυτίδα · ρυτίδουμαι · ρυτιδώνω · τσαλακώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη