Μετάφραση του "wright" σε Ελληνικά
Οι τεχνίτης, κατασκευαστής, εργάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wright" σε Ελληνικά.
wright
verb
noun
γραμματική
(obsolete) A builder or creator of something. [..]
-
τεχνίτης
noun masculine -
κατασκευαστής
noun -
εργάτης
noun masculine -
-ουργός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wright " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wright
proper
noun
γραμματική
A British occupational surname from a maker of machinery; found in many combinations such as Cartwright. [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Wright" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wright στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "wright" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ρίτσαρντ Ράιτ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη