Μετάφραση του "wrongfully" σε Ελληνικά

Το λανθασμένα είναι η μετάφραση του "wrongfully" σε Ελληνικά.

wrongfully adverb γραμματική

In a wrongful manner; unjustly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λανθασμένα

    adverb

    Threaten me with what you wrongfully perceive to be my weaknesses?

    Να με απειλείς με αυτό που λανθασμένα αντιλαμβάνεσαι ως αδυναμία μου;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wrongfully " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wrongfully" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη