Μετάφραση του "wrongfulness" σε Ελληνικά

Οι αδίκημα, αδικία, κακό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wrongfulness" σε Ελληνικά.

wrongfulness noun γραμματική

The state or quality of being wrongful. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδίκημα

    noun neuter

    Torts is defined as the body of law concerned with civil wrongs.

    Οι Αδικοπραξίες είναι ο κορμός του νόμου και αναφέρεται σε αστικά αδικήματα.

  • αδικία

    noun feminine

    I couldn't hear you over the sound of your wrongness.

    Δεν μπορούσα να σε ακούσω από τον ήχο της αδικία σου.

  • κακό

    noun

    The wrong done to me I will not avenge!

    για το κακό που μου έγινε δεν θα εκδικηθώ!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wrongfulness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wrongfulness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wrongfulness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη