Μετάφραση του "Intacto" σε Ελληνικά

Οι άθικτος, ακέραιος, αβλαβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Intacto" σε Ελληνικά.

intacto adjective masculine γραμματική

Que no ha sido alterado o modificado.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθικτος

    adjective

    Este cerebro está completamente intacto, marinando en alguna especie de salsa de ajo.

    Αυτός ο εγκέφαλος είναι εντελώς άθικτος, μαριναρισμένος με κάποιο είδος σκορδαλιάς.

  • ακέραιος

    adjective masculine

    Creo que estáis dolidas porque mi vida está en orden y mi matrimonio intacto.

    Νομίζω ότι με μισείτε γιατί η ζωή μου είναι σε τάξη και ο γάμος μου ακέραιος.

  • αβλαβής

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανέπαφος
    • σώος
    • άγγιχτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Intacto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Intacto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη