Μετάφραση του "abollado" σε Ελληνικά
Το χτυπημένος είναι η μετάφραση του "abollado" σε Ελληνικά.
abollado
adjective
verb
masculine
γραμματική
cuando esta demasiado cansado de un trabajo o lo que sea [..]
-
χτυπημένος
βαθουλωμένο από χτύπημα (αυτοκίνητο, κονσέρβα)
Conducía un coche abollado con asientos arrancados.
Οδηγούσε ένα χτυπημένο αυτοκίνητο με σχισμένα καθίσματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abollado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abollado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαθουλώνω · βαθούλωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη