Μετάφραση του "abonado" σε Ελληνικά
Το συνδρομητής είναι η μετάφραση του "abonado" σε Ελληνικά.
abonado
verb
noun
masculine
γραμματική
Persona que contrata para recibir y pagar un servicio o algunos números de una publicación.
-
συνδρομητής
noun masculineSolo se podrá proceder a la desconexión por impago de facturas tras la debida notificación al abonado.
Η αποσύνδεση λόγω μη εξόφλησης λογαριασμών, θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο εφόσον ο συνδρομητής έχει ειδοποιηθεί δεόντως.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abonado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abonado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνδρομήτρια
-
καταβάλλω · κοπρίζω · λιπαίνω · πιστώνω
-
χημικό λίπασμα
-
λίπασμα · οργανικό λίπασμα
-
λίπασμα ζωικής προέλευσης
-
εισιτήριο διαρκείας
-
χλωρή λίπανση
-
υγρή κοπριά (υγρό λίπασμα)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη