Μετάφραση του "abonar" σε Ελληνικά

Οι λιπαίνω, καταβάλλω, πιστώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abonar" σε Ελληνικά.

abonar verb γραμματική

Hacer un ingreso (en una cuenta corriente).

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιπαίνω

    verb

    Los árboles deben estar abundantemente abonados a fin de fomentar el crecimiento de los tallos y las flores.

    Τα δέντρα πρέπει να λιπαίνονται επαρκώς για να ενισχύεται η ανάπτυξη των βλαστών και η ανθοφορία.

  • καταβάλλω

    verb

    Esto implica que no se satisfaga ninguna retribución ni se abone ninguna cotización por cuenta del trabajador.

    Τούτο σημαίνει ότι δεν καταβάλλονται αποδοχές ούτε εισφορές για λογαριασμό του εργαζομένου.

  • πιστώνω

    verb

    El pago será abonado en mi cuenta en 48 horas (abonar)

    Η πληρωμή θα πιστωθεί στο λογαριασμό μου εντός 48 ωρών (πιστώνω)

  • κοπρίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abonar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abonar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abonar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη