Μετάφραση του "abreviado" σε Ελληνικά
Το συντετμημένη είναι η μετάφραση του "abreviado" σε Ελληνικά.
abreviado
adjective
verb
masculine
γραμματική
Muy corto.
-
συντετμημένη
(Por razones prácticas, las designaciones de mercancías utilizadas en el Anexo se dan en forma abreviada)
Για πρακτικούς λόγους οι περιγραφές των προϊόντων στο παράρτημα δίνονται σε συντετμημένη μορφή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abreviado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abreviado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συντόμευση ποντικιού
-
πλήκτρο συντόμευσης
-
σύντομη ιδιότητα
-
μειώνω · συντομέυω · συντομεύω
-
συντόμευση χαρακτηρισμού
-
συντόμευση πληκτρολογίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη