Μετάφραση του "abreviar" σε Ελληνικά

Οι συντομέυω, συντομεύω, μειώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abreviar" σε Ελληνικά.

abreviar verb γραμματική

Acortar una palabra o frase omitiendo letras. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντομέυω

    Hacer más corto.

  • συντομεύω

    verb
  • μειώνω

    verb

    Ese procedimiento abreviará los retrasos y mejorará los tiempos de servicio en escala.

    Έτσι θα μειωθούν οι καθυστερήσεις και θα βελτιωθεί ο χρόνος παράδοσης των πλοίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abreviar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abreviar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abreviar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη