Μετάφραση του "absoluto" σε Ελληνικά
Οι απόλυτος, καθαρός, παστρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "absoluto" σε Ελληνικά.
absoluto
adjective
masculine
γραμματική
Percibido como no susceptible de ser influenciado o incomparable con otros objetos. [..]
-
απόλυτος
adjective masculineEn efecto, no hay necesariamente una correlación absoluta entre estos dos conceptos.
Δεν υπάρχει πράγματι αναγκαστικά απόλυτος συσχετισμός μεταξύ αυτών των δύο εννοιών.
-
καθαρός
adjectiveQ = cantidad total absoluta de la sustancia determinada en la totalidad del producto,
P = καθαρή μάζα του συνολικού συσκευασμένου προϊόντος πριν από την έναρξη των επεξεργασιών.
-
παστρικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " absoluto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "absoluto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Απόλυτο μηδέν · απόλυτο μηδέν
-
απόλυτη μοναρχία
-
απόλυτη τοποθέτηση
-
απόλυτη αναφορά
-
απόλυτη σύνδεση
-
Κενό
-
απόλυτη περιγραφή ασφαλείας
-
απόλυτη πλειοψηφία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη