Μετάφραση του "absorbente" σε Ελληνικά
Οι καλαμάκι, απορροφητικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "absorbente" σε Ελληνικά.
absorbente
adjective
noun
masculine
γραμματική
Sustancia capaz de absorber. [..]
-
καλαμάκι
noun neuter -
απορροφητικό
No deberá haber ningún material absorbente entre la antena receptora y el vehículo sometido a ensayo.
Δεν υπάρχει απορροφητικό υλικό μεταξύ της κεραίας λήψης και του υπό δοκιμή οχήματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " absorbente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη