Μετάφραση του "acuciar" σε Ελληνικά
Οι βουκέντρα, βούκεντρο, πιέζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acuciar" σε Ελληνικά.
acuciar
verb
γραμματική
-
βουκέντρα
noun feminine -
βούκεντρο
noun -
πιέζω
ρήμα(μεταφορικά) προσπαθώ να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
El director me acucia para que ponga orden y yo no estoy seguro de hasta qué punto el orden es importante.
Ο διευθυντής με πιέζει να βάλω τάξη και δεν είμαι σίγουρος μέχρι ποιου σημείου είναι σημαντική η τάξη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ταλαιπωρώ
- ταλανίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acuciar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη