Μετάφραση του "aderezo" σε Ελληνικά

Οι καρύκευμα, άρτυμα, πλουμίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aderezo" σε Ελληνικά.

aderezo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρύκευμα

    noun neuter

    Apuesto a que adereza su comida usando sus propias manos

    Πάω στοίχημα ότι μετράει τα καρυκεύματα του με τον αφαλό μιας πόρνης.

  • άρτυμα

    noun neuter
  • πλουμίδι

    ουσιαστικό ουδέτερο

    (λαϊκότρ.) διακοσμητικό σχέδιο, συνήθ. κεντητό ή ζωγραφιστό, στολίδι· κεντίδι, ξόμπλι

    Vestido americano con aderezo bordado en la parte superior

    Αμερικάνικο φόρεμα με πλουμίδι κεντητό στο πάνω μέρος.

  • σάλτσα

    noun feminine

    Pones las papitas a los costados y el aderezo en el medio.

    Βάζεις πατατάκια στις άκρες και σάλτσα στη μέση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aderezo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aderezo"

Φράσεις παρόμοιες με "aderezo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καρυκεύω · νοστιμεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aderezo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη