Μετάφραση του "adherir" σε Ελληνικά
Οι εντάσσω, κολλώ, προσαρτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adherir" σε Ελληνικά.
Ser constante o coherente; estar de acuerdo. [..]
-
εντάσσω
ρήματοποθετώ κτ. ή κπ. (κατά μία ορισμένη σειρά, τάξη, κατηγορία), μέσα σε συγκροτημένο σύνολο, σε πραγματικό ή νοητό χώρο
Este movimiento ha logrado adherir a su carrera por la presidencia a diferentes figuras de varios partidos del país.
Αυτό το κίνημα κατάφερε να εντάξει στην κούρσα του για την προεδρία διαφορετικές προσωπικότητες από διάφορα κόμματα της χώρας.
-
κολλώ
ρήμα1. ενώνω με κολλητική ουσία ή με άλλο τρόπο (θέρμανση, κάρφωμα, ηλεκτροσυγκόλληση κτλ.) ένα αντικείμενο με άλλο 2. συνδέω με κόλλα κάτι επάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια
Adhiere la cinta 1 cm por debajo de la línea del pelo, sin hacer presión.
Κόλλησε την ταινία 1 εκ. κάτω από τη γραμμή των μαλλιών, χωρίς να ασκήσεις πίεση.
-
προσαρτώ
ρήμα1. (για κράτος) υπάγω στην εδαφική μου κυριαρχία εδάφη ή τμήματα εδαφών που διατελούν υπό άλλο καθεστώς, τα καθιστώ τμήμα του κράτους μου 2. (λόγ.) συνάπτω κτ. προς κτ. Άλλο
En 1292 derrotó a Polonia y adhirió Lublin con las áreas circundantes al territorio de Galitzia-Volinia.
Το 1292 νίκησε την Πολωνία και προσήρτησε το Λούμπλιν με τις γύρω περιοχές στην επικράτεια της Γαλικίας-Βολυνίας.
-
προσφύομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adherir " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate