Μετάφραση του "admirable" σε Ελληνικά

Οι αξιοθαύμαστος, θαυμαστός, αγαστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "admirable" σε Ελληνικά.

admirable adjective masculine γραμματική

Que merece la más alta estima y admiración.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιοθαύμαστος

    adjective

    Aziz no era demasiado admirable, pero era un buen rastreador de linajes.

    Ο Αζίζ δεν ήταν ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος, αλλά ήταν πολύ έμπειρος στο να ανακαλύπτει τις γενιές.

  • θαυμαστός

    adjective

    La ausencia de sentimientos siempre ha sido tu cualidad más admirable.

    Η έλλειψη αισθημάτων ήταν πάντα η πιο θαυμαστή σου ιδιότητα.

  • αγαστός

    επίθετο αρσενικό (-ή, ό)

    (λόγ.) θαυμαστός, αξιοθαύμαστος: Αγαστή σύμπνοια / συμφωνία / συνεργασία / σύμπτωση.

    El informe es producto de una admirable cooperación entre comisiones.

    Η έκθεση είναι προϊόν αγαστής συνεργασίας μεταξύ επιτροπών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " admirable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "admirable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη