Μετάφραση του "aplanar" σε Ελληνικά

Οι εξομαλύνω, ισοπεδώνω, κάνω επίπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aplanar" σε Ελληνικά.

aplanar verb γραμματική

Volver algo plano o más plano.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξομαλύνω

    ρήμα

    κάνω κτ. ομαλό, εντελώς επίπεδο ή λείο.

    Por qué brotes como el del coronavirus crecen exponencialmente y cómo ‘aplanar la curva’

    Γιατί οι επιδημικές εξάρσεις όπως του κοροναϊού αναπτύσσονται εκθετικά και πώς να «εξομαλύνετε την καμπύλη»

  • ισοπεδώνω

    ρήμα

    κάνω μια επιφάνεια εδάφους επίπεδη κι ομαλή, (μεταφορικά) εξουθενώνω κπ.

    La noticia de la muerte de los dos hijos aplanó a toda la familia.

    Τo νέα για το θάνατο των δύο γιων ισοπέδωσαν ολόκληρη την οικογένεια.

  • κάνω επίπεδο

    κάνω κάτι να μην έχει εσοχές ή εξοχές, λείο

    Hay que aplanar el terreno para facilitar el acceso de la maquinaria pesada

    Πρέπει να κάνουμε το έδαφος επίπεδο για να διευκολύνεται η πρόσβαση για βαριά μηχανήματα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aplanar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aplanar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επίπεδος · πεπλατυσμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aplanar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη