Μετάφραση του "aportar" σε Ελληνικά

Οι συνεισφέρω, συμβάλλω, φέρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aportar" σε Ελληνικά.

aportar verb γραμματική

Tener participación en la formación de un capital, participación en un pago.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφέρω

    verb

    Y este acuerdo aportaría menos, a mi juicio, que la aplicación estricta del artículo 272 del Tratado.

    Και αυτή η συμφωνία, κατ' εμέ, θα συνεισφέρει λιγότερο από ότι η εφαρμογή του άρθρου 227 της συνθήκης.

  • συμβάλλω

    verb

    La asociación aportará su contribución a este informe anual.

    Η κοινοπραξία συμβάλλει στην εκπόνηση της ετήσιας αυτής έκθεσης.

  • φέρνω

    verb

    porque aporto un nuevo punto de vista. ¿no?

    επειδή φέρνω μια φρέσκια οπτική σε αυτό, ξέρετε;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμμετέχω
    • συντελώ
    • εισφέρω
    • υποβοηθώ
    • συντείνω
    • συνεργώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aportar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aportar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aportar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη