Μετάφραση του "aporte" σε Ελληνικά

Οι εισφορά, συνεισφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aporte" σε Ελληνικά.

aporte noun verb masculine γραμματική

Algo que alimenta en un proceso con la intención de darle forma o afectar las salidas de ese proceso.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισφορά

    noun feminine

    En el presente asunto, Elan era la entidad jurídica a la que se aportó el capital.

    Στην προκειμένη περίπτωση, η Elan συνιστούσε τη νομική οντότητα στην οποία πραγματοποιήθηκε η εισφορά του κεφαλαίου.

  • συνεισφορά

    ουσιαστικό θηλυκό

    1. εισφορά από κοινού με άλλους 2. έργο, δράση που βοηθάει στην επίτευξη κοινού σκοπού

    Si bien es cierto que la sociedad dice valorar por igual lo público y lo privado, lo masculino se ha impuesto socialmente en la medida en que los hombres son los privilegiados y las mujeres las discriminadas. Las mujeres y su aporte se convierten así en «invisibles» para la sociedad.

    Αν και είναι αλήθεια ότι η κοινωνία ισχυρίζεται ότι εκτιμά εξίσου το δημόσιο και το ιδιωτικό, το αρσενικό έχει επιβληθεί κοινωνικά σε βαθμό που οι άνδρες είναι οι προνομιούχοι και οι γυναίκες υφίστανται διακρίσεις. Οι γυναίκες και η συνεισφορά τους γίνονται έτσι «αόρατες» για την κοινωνία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aporte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aporte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aporte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη