Μετάφραση του "arar" σε Ελληνικά

Οι οργώνω, αροτριώ, ζευγαρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arar" σε Ελληνικά.

arar verb noun masculine γραμματική

Usar un arado para preparar la tierra para plantar.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οργώνω

    verb

    Ni ordeñar, arar y quitar piedras sin ayuda.

    Και να αρμέγω και να οργώνω και να σπάω πέτρες, δίχως βοήθεια.

  • αροτριώ

  • ζευγαρίζω

  • αροτριώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "arar"

Φράσεις παρόμοιες με "arar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατεργασία του εδάφους
  • Áρεως · Áρης · Άρης
  • αγκύρωση πυροβόλο
  • aro
    δαχτυλίδι · κρίκος · μπαλένα · σκουλαρίκι · στεφάνη · στεφάνι · τσέρκι
  • Aro
    Δρακοντιά
  • Ara
    Βωμός
  • Άροτρο · άροτρο · αλέτρι · αλέτρι, άροτρο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη